Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

"θυμήθηκα"....


Ξύπνησα και ένιωθα το κεφάλι μου πουρέ και πιο βαρύ από το διόλου ελαφρύ σώμα μου. Το χθεσινό βράδυ σκοτεινό. Θολό. Σχεδόν στη λήθη πλέον. Ο χώρος, μη αναγνωρίσιμος. Α! Το δωμάτιο του Ψίλου. Ναι, αλλά γιατί; Δεν θυμάμαι τίποτα. Κάνω να σηκωθώ με τη βοήθεια του κομοδίνου. Ρίχνω κάτω το άδειο μπουκάλι ουίσκι, που βρισκόταν πάνω του, στην προσπάθεια μου. Πόνος. Έντονος πόνος αλλά, όχι από το σπάσιμο. Πονάω στο πόδι. Ο πόνος με ξαναρίχνει στο κρεβάτι. Ο δεξιός αστράγαλος. Μωβ! Σκατά. Το πατάω με δυσκολία. Κάνω να περπατήσω, υποψιασμένος πλέον για τον πόνο, κουτσαίνοντας. Σαλόνι. Ένας. Χυμένος ανορθόδοξα στον καναπέ. Μάλλον κι αυτός θα ξυπνήσει σε μια παρόμοια κατάσταση. Βγαίνω. Η μηχανή έξω. Σπασμένο φλας και γδαρμένο πλαστικό. Τι έγινε; πως ήρθα χθες; Ανεβαίνω και απλά τριγυρνάω για καμιά ώρα. Έτσι για να ξυπνήσω. Αρχίζουν να έρχονται εικόνες. Σπίτι. Μπαίνω στο σαλόνι. Το κινητό; Κλειστό. Το ανοίγω και το πετάω πάνω στον καναπέ πηγαίνοντας να κάνω καφέ. Γυρίζω με τον καφέ στο χέρι. Κάθομαι στο μπαλκόνι. Κοιτάω το κινητό. Τριάντα δύο μηνύματα. Είκοσι κλήσεις:

"Καλά του έκανες του σκυλιού!". 
"Μπράβο ρε φίλε! Άντε να πούμε με τους βρωμιάρηδες! Καιρός ήταν". 
"Μαλάκα μου, γάμησες! Αυτό κι αν είναι ξεκίνημα! Οι ειδήσεις λένε για σπασμένο σαγόνι και δύο πλευρά! Τωρα να δω, θα ρίξει ξανά  κανένα μηχανάκι "καταλάτος καταλάτος" ; χαχα! Τον βρωμιάρη! Σε περιμένω στο μαγαζί. Τα ποτά δικά μου!"

Θυμήθηκα. Στον τοίχο απέναντι γράφει με φρέσκο σπρέι: 
"Σ' όσους και να πάω τόπους, 
ΙΔΙΟΥΣ βρίσκω τους ανθρώπους...
Ελύτης". 
"Μαλακισμένα φρικιά" είπα μέσα μου και μπήκα στο facebook...